HIP-HOP, POP & URBAN LEGENDS

Ο rapper Common… ηθοποιός. Ο beat-maker Timbaland… μέγας pop παραγωγός. Η Christina κι η Amy [είχαν] κοινό hit-maker τον Mark Ronson, που παρήγαγε τον Rhymefest, που (κέρδισε τον Eminem σε battle και) χάρισε το sample του Jesus Walks στον Kanye… Ο οποίος κέρδισε τον 50 Cent στον υποτιθέμενο πόλεμο μεταξύ gangsta και “σοβαρού” rap, ενώ μπερδεύτηκε στιχουργικά και χάρισε τις καλύτερες του λούπες στον Common… Oops, κάναμε κύκλο! Κι όμως ο Jay-Z “υπογράφει” American Gangster, αφού πρώτα υπογράψει τον εχθρό του, Nas, στη δικιά του – πλέον – δισκογραφική. Κι ο τελευταίος δηλώνει πως το hip-hop πέθανε… Τελικά πού τελειώνει το rap και πού αρχίζει το pop; Τι βγαίνει από τη μίξη; Και ποιο είναι το αποτέλεσμα;

Γυρνώντας απ’ τη γενέτειρα των Beatles, σ’ ένα τραίνο από Liverpool-Λονδίνο, με Will.I.Am, Timbo, Mr.West, Jay-Z και Common στο shuffle, συνειδητοποιώ πως οι παραπάνω αντιφάσεις δεν είναι καν αντιφατικές… Ένα μουσικό είδος γίνεται βασιλιάς και περνάει απ’το “ειδικό” στο “γενικό”. Το πρώτο crossover γίνεται hit και το hit μόδα. Κι η μόδα κορεσμός, μα στην πορεία χαρίζοντας αναπάντεχα διαμάντια… Γιατί αυτοί που κουράζονται ψάχνουν, κι αυτοί που ψάχνουν βρίσκουν. Με παράδειγμα τα “Songs About Girls”, “Shock Value”, “Graduation”, “American Gangster” και “Finding Forever” των παραπάνω καλλιτεχνών, για να δούμε που βρισκόμαστε, ποιοτικά, ποσοτικά, αισθητικά, όπως [φτάναμε] στο τέλος του 2007…

Η παραγωγική ιδιοφυΐα πίσω από τους Black Eyed Peas κι αμέτρητα άλλα pop και hip-hop hits, διαλέγει να κάνει ένα urban pop album και ν’ανοίξει τους ήχους και στίχους του για τ’αγαπημένο του φύλο. Rapping, beats, soul και house σ’ένα ευκολόπεπτο, υπερπαραγμένο, ηχητικά εξαίσιο και στιχουργικά επιφανειακότατο εκ γενετής κι εξ’ορισμού δίσκο. Γεμάτο – κάποτε πρωτοποριακές – ιδέες που είχε πρώτο-εμφιαλώσει σε “κοινωνικό-πολιτικά” υπόγεια Black Eyed Peas δισκάκια, μα το ευρύτερο κοινό τότε δεν αποδέχτηκε ως κάτι το ιδιαίτερο. Και τώρα ο κύριος με την ερώτηση και την κατάφαση στο ίδιο του το παρατσούκλι, “απαντάει” με επανεμφιάλωση παλιών – μα απλοποιημένων – ιδεών για ένα κοινό που είναι έτοιμο να τον υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες αγνοίας. Κι έτσι παίρνει την εκδίκηση του ετερόχρονα. Περίεργο πως μια απ’ τις τελευταίες του παραγωγικές επιτυχίες ήταν το “Hip Hop Is Dead”…

Και γιατί νιώθω πως ο πρωτοπόρος των beats, κύριος Timbaland, παίρνει την ίδια εκδίκηση με το “Shock Value”, τη Nelly και τον Justin; Ίσως γιατί άκουσα όλα αυτά που το pop κοινό τώρα θεωρεί καινοτομικά στο “Deliverance” του 2003. Ίσως το τότε hip-hop να μην χώραγε άλλον ένα λευκό country rapper (τον Bubba Sparxxx). Ίσως τώρα ο Timbo να βρίσκει την αναγνώρισή του για παλιές καινοτομίες. Πακεταρισμένες κι απλοποιημένες για ένα κοινό που κάποτε ήταν πολύ μακριά για ν’ακούσει. Και πού το πρόβλημα με την ετεροχρονισμένη παραγωγική δραστηριότητα; Στο γεγονός ότι η απλοποίηση κι η στασιμότητα ναρκώνουν την αισθητική του ακροατή. Γιατί να διαρκεί το Shock Value 70 ολόκληρα λεπτά και 19 ολόκληρα κομμάτια; Ποιότητα ή ποσότητα; Ή και τα δυο; Γιατί περιέχει κι απ’ τα δύο… Όμως αν “ένα έργο τέχνης είναι τόσο δυνατό όσο το πιο αδύναμο του σκέλος”, τότε γιατί να μη συμπτύξει το δίσκο του σ’ένα αξιόλογο 50-λεπτο και μόνο;

Άραγε το 60-λεπτο του West ήταν τόσο δυνατό όσο η δημοσιότητα που απέκτησε έναντι του Fifty; Ή μήπως ένα απλά καλό album μέσα στη μάζα της gangsta μετριότητας; Η αλήθεια είναι πως, μουσικά, πήρε ρίσκα τη στιγμή που το υπόλοιπο στυλ έψαχνε γι’ άλλη μια σκληρή και στερεότυπη ρίμα. Έφερε ορχήστρα, sampler και DJ μαζί, τη στιγμή που οι μουσικοί του Eminem & Dre πίσω απ’ τη σκηνή ξανάπαιζαν το ριφάκι του “In Da Club” σ’ άλλο κλειδί και tempo για τον κύριο Curtis. Και μπερδεύτηκε μες στην αντίφαση πλούτου κι σάτιρας – δημιουργώντας παρόλα αυτά αφορμές για σκέψη – ενώ ο Game αναβίωνε τις εφηβικές του φαντασιώσεις ως πρωτοπαλίκαρο του Dre.

Κι ενώ η μουσική είχε ανάγκη από beat, μήπως το σύγχρονο urban pop κατάντησε beat χωρίς μουσική; Ευτυχώς δίσκοι όπως ο νυν του πρώην Common Sense αποδεικνύουν πως και τα δύο είναι δυνατά. Με την επιμέλεια του West, hits του Will.I.Am και τη στιχουργική συστηματικότητα του Common, το “Finding Forever” λακωνικό και στο ζουμί, παρέχει τα δυσεύρετα urban διαμάντια που δίνουν ελπίδα. Χωρίς να φοβηθεί το καλό pop. Κι έτσι έχουμε την Αγγλίδα Lily Allen να στέκει αγέρωχα δίπλα στο γιγαντιαίο φάντασμα της Nina Simone, κι ο Mr.West να βαράει με λούπες κι ορχήστρες στο πλευρό τους. Μ’έναν Common ν’αντλεί στιχουργική έμπνευση από κάθε πτυχή της common-sense πραγματικότητας, χωρίς να πρέπει να συντηρήσει το εγώ του με b(l)i(n)g υπερβολές. Γύρω του στο μουσικό στερέωμα λίγοι σύμμαχοι με κοινή θεματολογία, όπως οι Talib Kweli και Lupe Fiasco, με τον τελευταίο να συμπληρώνει τη λίστα των εξαιρέσεων – τυχαία απ’το Chicago – που ανακάλυψε ή στήριξε ο μεγάλος CEO του hip-hop… Mr. Jay-Z. Ο αυτονομαζόμενος αμερικάνος gangster, φρέσκος και στεγνός κάτω από την urban Umbrella.

Άραγε δίνει την περίληψη στην αστική αυτή ομπρέλα ο λυρικός του γκανγκστερισμός; Ή αποδεικνύει πως το εμπορικό και στιχουργικό ταλέντο είναι λιγοστά συσχετισμένα μεταξύ τους; Κι έτσι υπογράφει λυρικές προσωπικότητες απ’το Chicago για να σώσει το είδος, μα παραμένοντας ολόκληρο “business, man” κι όχι απλά “businessman”, όπως παραδέχεται ο ίδιος παλιότερα στο remix του “Diamonds From Sierra Leone” (του Kanye). Για τον ίδιο λόγο παίρνει τον αιώνιο εχθρό και ποιητή Nas στο πλευρό του. Και θα αποδειχτεί ο τελευταίος προφήτης ή πικραμένος απ’ την ήττα της τραγική ειρωνείας, ενώ οι Will.I.Ams και Timbos αυτού του κόσμου θα συνεχίσουν να “εξελίσσουν” το Pop-Hop;

(από άρθρο για το mad.tv)

21.05.08

Τώρα πώς ξεκίνησα να γράφω αυτό το ημερολόγιο;  Ή μήπως είναι μια αυτο-δισκο-βιογραφία;  Όπως κάθε φορά που γράφω – στίχους και μη – πρόκειται για μια ανάγκη έκφρασης ή κάθαρσης.  Και πάντα με περιτριγυρίζουν μουσικές συγκυρίες και ανεξιχνίαστες αύρες.  Παλιά κράταγα ένα προσωπικό ημερολόγιο.  Με βοηθούσε να βάζω το μυαλό μου σε τάξη.  Μετά προέκυψε ο Stereo Mike και δεν είχα χρόνο και για τους δύο.  Ήδη ζούσα δυο ζωές, ακαδημία και δισκογραφία, το διχασμό του Μιχάλη και του Mike, του καθηγητή και του μουσικού, του σάτυρου και του νομά, την τάση για οργάνωση και αρμονία, ενάντια στην ανάγκη για rock n’ roll.  Και δε μιλάω για το μουσικό είδος, μα για τον τρόπο ζωής.  Για hip-hop μουσικό οι ανάγκες μου παραήταν πάντα rock n’ roll.  Άλλη μια αντίφαση.  Όχι πως αυτές οι αντιφάσεις με κάνουν ιδιαίτερο – όλοι τις έχουν μέσα τους.  Ίσως το διαφορετικό σ’ αυτή την ιστορία να είναι η ανάγκη να πράξω πάνω σε αυτές.  Κάτι που όλοι λένε περνάει με τα χρόνια, ενώ πιάνω τον εαυτό μου να κυνηγάω ό,τι παλαβό νοιώθω πως πρέπει να εκφράσω.  Κι όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο.  Μια εφηβεία που δεν περνάει;  Ή ένα middle-life-crisis που θ’ αποφεύγω πάντα πρόωρα;

…Έτσι το χαοτικό ποτπουρί στο BBC1 παρέχει τη μουσική συγκυρία και την κατάλληλη αύρα για μια συνδυαστική απόπειρα προς ένα ημερολόγιο μουσικο-δισκογραφικών περιπετειών.  Punk, rock, metal κι electronica σε μια σύνθεση που δένει στο συνειρμικό μυαλό του DJ.  Αλλά και στα δικά μου αυτιά.  Ίσως έτσι δέσουν κι όλες οι παραπάνω εκφραστικές ανάγκες, με τη συνδυαστική γραφή που εμπνέεται από το ραδιοφωνικό soundtrack.  Ίσως άλλη μια εκφραστική ανάγκη να είναι η καταγραφή της περιπέτειας που λαβαίνει χώρα πίσω από τη σκηνή και τα φώτα της δημοσιότητας…

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Αυτό προσπαθήσαμε να αφηγηθούμε τρεις MCs, η Reggae Φιλαρμονική, ένα μέλος των Steel Pulse κι ένας μπασίστας (ο Colm O’Rourke) με το ομώνυμο κομμάτι.  Για κομμάτι που περιγράφει τα δρώμενα από το πρίσμα των παρασκηνίων, είναι ενδιαφέρον που “αναγνωρίστηκε” σε σεβαστό βαθμό από τα media.  Είναι πολύ διαφορετική η φαινομενική πορεία του μουσικού από το ιδρωμένο μονοπάτι που όντως περπάτησε για να φτάσει μια μέρα στα μάτια των θεατών και τ’ αυτιά των ακροατών.  Κι αυτοί έχουν κάθε δικαίωμα να είναι δύσπιστοι αρχικά και να περιγράφουν την εμφάνιση του ως από το πουθενά.  Γιατί μόνο ο ίδιος ξέρει τι πέρασε.  Όμως – με την εξαίρεση των κατασκευασμένων και πρόσκαιρων stars – σπάνια λείπει το υπόβαθρο της σκληρής δουλειάς απ’ όποιον τελικά τα κατάφερε σ’ αυτή την αμείλικτη και βρώμικη βιομηχανία.

“The music business is a cruel and shallow money trench, a long plastic hallway where thieves and pimps run free, and good men die like dogs. There’s also a negative side.” Hunter S. Thompson

Κι έτσι πάμε πίσω στο χρόνο για να βρούμε την αρχή αυτής της μουσικής ιστορίας…

Οι στίχοι του “Αναγνώριση”:

Stereo Mike:

Ανοίγει η αυλαία, προβολείς στη σκηνή
Τα φώτα όλα πάνω του, ο κόσμος κάτω σιωπή
Οι πρώτες νότες αντηχούν από την εισαγωγή
Και η μελωδία φαντάζει αιώνια, μια ολόκληρη ζωή
Σαν τη ζωή που πέρασε δωσμένος στη μουσική
Που τόσοι γύρω του αποκάλεσαν περιθωριακή
Μα μπρος στο κάλεσμα δεν είχε κι άλλη επιλογή
Γιατί το όραμα τον έκαιγε σα φλόγα ιερή
Αυτή τη σπίθα είχαν τα μάτια του από μικρό παιδί
Κι όποιος κοίταζε βαθιά το ‘χε αντιληφθεί
Ότι θ’ άφηνε σπίτι, πατρίδα και φίλους
για να ταξιδέψει σε τόπους ποικίλους
Να βρει την πορεία σε ξένα τοπία
και πάλι να έρθει σε μέρη οικεία
Και τώρα; Aντιμέτωπος με καίρια στιγμή
Ήρθε η ώρα, είναι έτοιμος για ν’ αναμετρηθεί
Η εισαγωγή φτάνει στο τέλος της και μπαίνει στη στροφή
με το μικρόφωνο σαν όπλο για να αναγνωριστεί

REFRAIN:

Όταν τα φώτα ανάψουν, ίσως τα πάντα αλλάξουν
Μπορεί από το τίποτα και να τον ανεβάσουν
Στο βάθρο που για ήρωες συχνά κατασκευάζουν
Ίσως τον δοκιμάζουν (ίσως)
Όταν τα φώτα ανάψουν, ίσως τα πάντα αλλάξουν
Μπορεί από το τίποτα και να τον ανεβάσουν
Στο βάθρο που για ήρωες συχνά κατασκευάζουν
Όλα τον δοκιμάζουν, όλα τον δοκιμάζουν

Μοίχος24:

Και αρχίζει το κουπλέ όπως δεν το άρχισε ποτέ
και βλέπει πάλι τη ζωή του να περνά καρέ-καρέ
από μπροστά του, και στο κοινό βλέπει την κοπελιά του
που κάποτε αρνήθηκε τον πρώτο έρωτα του
Για τα γαλάζια μάτια της δεν ήταν αρκετός
δεν ήτανε δημοφιλής, δεν ήταν αρκετά γνωστός
Όμως πέρασε ο καιρός και τον θυμήθηκε ξανά
Τώρα πάνω στην σκηνή, με τα μικρόφωνα ανοιχτά
Βάζει φωτιά στο κοινό, προκαλεί πανικό
Βγάζει μίσος, θυμό, πάθος αληθινό
Κάθε σκέψη κενή, κάθε ανάσα ροή
κάθε αναπνόη βγάζει ρίμα καυτή
Και οργώνει-πωρώνει-σαρώνει, το κοινό αναστατώνει
Κλείνει στόματα, βουλώνει, όλο το πλήθος ξεσηκώνει
Την απόρριψη σκοτώνει, είχε πια επιβληθεί
Είχε έρθει η στιγμή για την αναγνώριση

REFRAIN

Λάγνης:

Ανεβαίνει στην σκηνή και το κοινό παραληρεί
γνώρισε την αποθέωση και την αποδοχή
Με την εντύπωση ότι όλοι οι κόποι του έχουν ανταμειφθεί
ο χρόνος πάνω απ’ το λευκό με μπλε γραμμές χαρτί
Τα φράγκα που είχε στερηθεί από χαρτζιλίκι και μισθό
σε μια μίζερη δουλεία με ηλίθιο αφεντικό
που στο μυαλό του είχε χαράξει μία στιγμή
όταν τον χαστούκησε μπροστά σε τρίτους δίχως αφορμή
Όμως έπρεπε το studio κάπως να πληρωθεί
τ’ όφειλε στον εαυτό του να αναγνωριστεί
Αυτά θυμόταν, σκεφτόταν και εκνευριζόταν
καθώς απ’ τη σκηνή στο κοινό κατευθυνόταν
Μα όταν τον αγκάλιασαν, συνειδητοποίησε
ότι θα τον λατρεύανε όσο δεν τους ξενέρωνε
και όταν θα ξημέρωνε κανένας απ’ αυτούς
δε θα ‘μενε κοντά του για τους δύσκολους καιρούς
Κι όλες αυτές οι γκόμενες φτιαγμένες για πορνείο
δεν έβλεπαν τον άνθρωπο πίσω απ’ το προσωπείο
Τα μάτια του αφήσανε δακρύ στο πρόσωπό του
Η αναγνώριση ήτανε μονάχα στο μυαλό του

REFRAIN

ΤΟ SOUNDTRACK ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η Πόλις.  Το ωδείο της γενιάς μας.

Πώς να μη διαλέξουμε ρυθμό και λόγo;  Πώς να μη διαλέξουμε θόρυβο και χάος;  Άκου την Αθήνα – λόγια και φωνές που μάχονται με κίνηση, έργα, μηχανήματα.  Ταχύτητα, συγκέντρωση, σκέψη που παλεύει να μη χάσει τον ειρμό της από τους εξωγενείς παράγοντες.  Μονόλογος μες στην αποξένωση.  Χίλια ερεθίσματα, χίλια χρώματα, χίλιοι ήχοι που ανά πάσα στιγμή απαιτούν την προσοχή μας.  Από ένα σύστημα που πασχίζει για τάξη, μα γεννάει χάος.  

Άκου το Λονδίνο, άκου το Ζάγκρεμπ – παρόμοιο soundtrack, μα πιο συχνή βροχή.  Άκου κάθε πρωτεύουσα, κάθε μεγάλη πόλη.  Έχουν τη δικιά τους μουσική.  Ρυθμικά μοτίβα δίχως μελωδία.  Τυχαία γεγονότα.  Κόσμος.  Θόρυβος.

Η Πόλις!  Γκρίζα και μεγάλη, δέος και σκοτάδι.  Μα ταυτόχρονα πηγή έμπνευσης:  Βιομηχανικά τοπία που έγιναν ο νέος μας ορίζοντας.

Βιομηχανικοί ήχοι που έγιναν η νέα μας μουσική παλέτα.

Γκρίζες αφηγήσεις που έγιναν η νέα μας ποίηση.

Πώς να μη διαλέξουμε ρυθμό και λόγo;  Πώς να μη διαλέξουμε θόρυβο και χάος;  Πασχίζουμε να ακουστούμε μέσα από την ένταση, να σπάσουμε τη ρουτίνα με δημιουργικότητα, να οργανώσουμε το χάος με ιδέες.  Τα αυτιά μας, θύματα της αστικής βίας – έτσι μεγαλώσαμε, έτσι μάθαμε.  Ποιός μας κρίνει που προδώσαμε τη μελωδία;  Η μελωδία πρόδωσε εμάς!  Ανήκει σε μια άλλη εποχή, με γραφικά τοπία, ήπιους ρυθμούς και ησυχία – τότε που μπορούσε ακόμα ν’ ακουστεί.  Τώρα δεν αποτελεί παρά μόνο μια ρομαντική σκιά, ένα οπισθοδρομικό φάντασμα, που στοιχειώνει τα ασπρόμαυρα τραγούδια μας για να τους δώσει – που και που – λίγο χρώμα.  Μια διαφοροποίηση που κάνει ακόμα πιο σκληρό τον ηχητικό περίγυρο.  Μια μεταφορά στο παρελθόν.  Ή, μήπως – μια καταπιεσμένη – βιολογική ανάγκη για εναρμόνιση;

Όπως και να ‘χει, το δικό μας soundtrack, έντονο κι επαναλαμβανόμενο μοτίβο.  Ο διάλογος της ταινίας μας;  Φωνή που μάχεται να ακουστεί, να ξεχωρίσει μέσα από το θόρυβο:  Οργισμένη κραυγή πάνω σε εφτάχορδη Nu-metal κιθάρα. Καυστική ρίμα πάνω σε τετράμετρo Hip-hop δείγμα. Ίχνος κουβέντας πάνω σε Electro-house φιλτράρισμα. Punk, Industrial και Glitch-hop απόπειρες να οργανώσουμε το χάος. Και αναπάντεχα… μια σπάνια μελωδία στο ρεφρέν – μια μελαγχολική γέφυρα με το παρελθόν.

Περίεργο που η φωτογραφία απελευθέρωσε τη ζωγραφική από την ανάγκη για ρεαλισμό, ενώ η ηχογράφηση απελευθέρωσε τη μουσική από την ανάγκη της να παραμείνει αφηρημένη.  Το τοπίο άλλαξε.  Κι εμείς διαλέξαμε ρυθμό, θόρυβο και λόγια για να δαμάσουμε το χάος.  Για να αφηγηθούμε τη δική μας ιστορία.

(από άρθρο για την Athens Voice, 17.11.09)

Ποτέ βέβαια ο σκοπός δεν ήταν τα χρήματα…  Μουσική, μουσική, μουσική.  Όμορφα τραγούδια, μαγικοί στίχοι, μυστήριες μελωδίες.  Νέος ήχος, καινοτομία, επιτυχία.  Αναγνώριση.  Έμπνευση.  Εξέλιξη.  Δημιουργία.  Έκφραση.

Μα δίνεις μάχες σα μουσικός, κάνεις θυσίες.  Και ποιος δεν κάνει θα μου πεις.  Μα δίνεις μάχες για ένα όνειρο που δεν ορίζεται, για κάτι μη χειροπιαστό, αόριστο και υποκειμενικό.  Εξηγείς τί είναι αυτό που θέλεις, τί είναι αυτό που ψάχνεις, κι όλοι σου λένε να κάνεις κάτι “με ψωμί”.

Είσαι λογικός άνθρωπος και το κατανοείς, μα το βρίσκεις ταυτόχρονα τόσο πεζό.  Και κάτι μέσα σου σου λέει πως μπορείς να καταφέρεις και τα δυο.  Να παίξεις με τους κανόνες του παιχνιδιού και να επιζήσεις.  Μα να μην πουλήσεις το Όνειρο.  Ακόμα καλύτερα, να φτάσεις εκεί που το Όνειρο γίνει η επιβίωσή σου και η εκδίκησή σου στους ‘πεζούς’.  Μα πάνω απ΄ όλα, να φτάσεις να ζεις μέσα στο στοιχείο σου, σαν το ψάρι μέσα στο νερό, κι όχι να παίρνεις κλεφτές αναπνοές από το οξυγόνο σου σε δανεισμένο χρόνο.

Μέχρι τότε όμως φτάνεις στα όρια σου.  Δοκιμάζεσαι.  Περπατάς το τεντωμένο σχοινί ανάμεσα σε πρακτικές ανάγκες και αυτά που απαιτεί η Έκφραση.  Ισορροπία σου η λογική απ’ τη μια και η δημιουργική φλόγα από την άλλη.  Και συχνά πρέπει ν’ αγνοείς τη λογική, για να δημιουργήσεις.  Ξενύχτια στο πιάνο, στο χαρτί, ενώ δουλεύεις το πρωί.  Όργανα και μηχανήματα, ενώ είσαι μείον στο ταμείο.  Άλλο ένα ταξίδι για συναυλία χωρίς έσοδα.  Άλλη μια σύνθεση για δίσκο χωρίς βέβαιη κυκλοφορία.

Κι ενώ τα δάκρυα σε κρατάνε ξύπνιο κι ο βραδυνός σου καφές έγινε κρύο πρωινό, στέλνεις το νέο σου τραγούδι στο inbox κάποιου ‘στελέχους’ και πας στην πρωινή σου δουλειά, μόνο και μόνο για ν’ ακούσεις τη μη ενθουσιώδη αντίδραση ενός ημιμαθή εταιρειακού το μεσημέρι στο διάλειμμά σου.  Και για κάποιο λόγο, μετά την απογοήτευση κι ένα γρήγορο ύπνο, ξενυχτάς ξανά για να υπερβείς μουσικά ακόμα κι αυτή τη γνώμη που δε σέβεσαι.

Μια μέρα κάποιος σε παραδέχεται, την επόμενη κάποιος αναζητάει τη δουλειά σου.  Ύστερα ένας fan σε παινεύει, ένας συνεργάτης συγκινείται με κάτι που έγραψες.  Όχι, δεν ξυπνάς μια μέρα και το Όνειρο έχει γίνει πραγματικότητα.  Ξυπνάς μια μέρα και συνειδητοποιείς πως βρίσκεσαι μέσα στο Όνειρο.  Πως η παράλογη επιμονή σου σ’ έκανε να εκμεταλλευτείς τις όποιες συγκυρίες σου προέκυψαν και το άθροισμά τους κάποια στιγμή έγινε το Όνειρο.

Πρέπει να σταματήσεις και να το σκεφτείς.  Να το δεις απ’ το πρίσμα κάποιου άλλου, ενός παρατηρητή.  “Απίστευτα πράγματα βιώνεις” σου λένε μια μέρα.  Και λες… αλήθεια.  Πότε έγιναν όλα αυτά.  Πότε έγειρε η ζυγαριά προς το όνειρο… προς τη μεριά μου;

Το ξεχνάς στις επόμενες μάχες.  Γιατί αυτές συνεχίζονται.  Το όνειρο δεν είναι κάτι στο οποίο φτάνεις.  Είναι κι αυτό πορεία.  Είναι κάτι που συνεχίζεται.  Είναι κι αυτό αγώνας.  Μα είναι αγώνας στο στοιχείο σου.  Αρκεί να θυμάσαι το στοιχείο σου και τα μέσα που σου παρέχει να μη γίνουν σκοπός.  Η επιτυχία είναι αποτέλεσμα της ανάγκης…  Της ανάγκης για έκφραση, για δημουργία.  Αυτή σου έδωσε την παράλογη επιμονή, όταν όλα σου έλεγαν να σταματήσεις, να τα παρατήσεις.  Και τώρα γεύεσαι κάποιος καρπούς κι αποκτάς περισσότερα μέσα.

Αυτά δεν πρέπει όμως να γίνουν άνεση.  Πρέπει να μείνουν απλά τρόποι, μέσα, οχήματα προς το σκοπό.  Να συντηρήσουν την επιμονή.  Να δώσουν μόνο μια σύντομη επιβεβαίωση, ικανή να τονώσει την αυτοπεποίθησή σου, αυτήν που τόσο είχες ανάγκη όταν ένοιωθες τρελός για την παράλογη επιμονή σου.  Μα μέχρι εκεί…  Δεν μπορείς να επαναπαυτείς, δεν μπορείς να επαναληφθείς.  Αποκτάς απλά, μέσα για να εξελιχθείς, για να φτάσεις την έκφραση, τον ήχο, την υλοποίηση της ιδέας, όσο πιο μακριά μπορείς με τις δυνατότητες που τώρα έχεις.  Κι αυτό σε ανελίσσει στη μετέπειτα έκδοση του εαυτού σου.

Mo’ Money η πρώτη εταιρεία με την οποία υπέγραψα συμβόλαιο, η ανεξάρτητη αγγλική που αργότερα χρεοκώπησε.  No money στην ουσία και κάπως συνέχισα με την Εξέλιξη, με μια παράλογη επιμονή που προσέλκυε όλο και πιο ικανούς συνεργάτες, συμμάχους στο όνειρο.

Μια εισαγωγή χωρίς προφητεία, μόνο ένα όραμα.  Η ιστορία αυτή γράφεται με κάθε στίχο, ήχο, χαρά, απογοήτευση, αναγνώριση, πρόοδο, ανακάλυψη, αποδοχή, αποδοκιμασία, νότα και λέξη.

Just back from a weekend trip to Greece and a gig in Piraeus, late on Sunday night.

Feeling a bit under-the-weather and exhausted, as I left Shisha club in the early hours of Monday for Athens airport, then went straight to the University of Westminster from Heathrow.  I delivered a lecture on Analogue Synthesis there, running purely on adrenaline.  I think it went well.

I’m coming back with warm memories, as it feels both beautiful and surreal performing songs like “My Piraeus” in front of old friends in the hometown itself.  Especially after living in the UK for over 13 years.  Now, I’m back in London and it all feels like a short dream.

The gig itself was really good fun, my energy levels were high, and Shaya and I always have such good chemistry on stage (she’s so talented!)  We closed it with some beat-boxing and a freestyle courtesy of myself, Lagnis (from N.T.P.) and Moixos24 to finish it off.  Just like old times.

The Piraeus song carries memories from growing up in my hometown and includes stories featuring my best mates.  Some people have described it as a ‘postcard’ of Piraeus; I like that description.  It feels particularly relevant after this short escapade.  In response to Michael Melinchok’s recent request and for all who’ve been asking, I’ll try to provide the inside story behind the lyrics here:

GR

Μόλις επέστρεψα από Σαββατοκύριακο στην Ελλάδα και live στον Πειραιά, αργά την Κυριακή το βράδυ.

Κάπως αδιάθετος και κουρασμένος, μια και άφησα το Shisha club τα ξημερώματα της Δευτέρας για τον Ελευθέριο Βενιζέλο και πήγα κατευθείαν στο πανεπιστήμιο του Westminster από το Heathrow.  Παρέδωσα διάλεξη πάνω στην Αναλογική Σύνθεση, που νομίζω πως πήγε καλά καθαρά από αδρεναλίνη.

Επιστρέφω με γλυκές αναμνήσεις, μια κι είναι όμορφο μα και κάπως σουρρεαλιστικό να ερμηνεύω τραγούδια όπως το “Περαία Μου” μπροστά σε παλιούς φίλους και στην παλιά μου πόλη.  Ειδικά μετά από 13 χρόνια στην Αγγλία.  Τώρα, βρίσκομαι πίσω στο Λονδίνο και όλο μοιάζει σα σύντομο όνειρο.

Το live ήταν πολύ διασκεδαστικό, είχα πολλή ενέργεια και πάντα μας βγαίνει καλή χημεία επί σκηνής με τη Shaya (είναι τόσο ταλαντούχα!)  Το κλείσαμε με beat-boxing και freestyle με το Λάγνη (από τους Ν.Τ.Π.) και το Μοίχο24, όπως παλιά.

Το “Περαία Μου” κουβαλάει μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια και περιέχει σκηνικά που έχουν να κάνουν με τους κολλητούς μου.  Κάποιοι το έχουν περιγράψει σαν καρτ-ποστάλ του Πειραιά και πολύ μ’ αρέσει αυτή η περιγραφή.  Το κομμάτι μοιάζει ακόμα πιο σχετικό μετά τη σύντομη εξόρμηση στα πάτρια.  Απαντώντας στην πρόσφατη έκκληση του Michael Melinchok αλλά και σ’ όσους το έχουν ζητήσει, θα προσπαθήσω να εξηγήσω εδώ τους πιο κωδικοποιημένους στίχους και να το μεταφράσω στα αγγλικά:

(Κομματάκι αφιερωμένο, στους παλιούς φίλους ρε!)

(A song dedicated to the old homies yo!)

Ρεφρέν:  Κι ολά τ’ αλάνια απ’ την παλιά μου γειτονιά φωνάζουνε: Περαία μου, Περαία.
Κι όλα τ’ αλάνια απ’την παλιά τη γη…τονιά φωνάζουνε: Περαία μου, Περαία.

Chorus:  And all the homies from my old ‘hood holla: Piraeus, My Piraeus.
And all the homies from the old ‘hood* holla: Piraeus, My Piraeus.

* The first syllable from the word ‘hood is rhythmically split and misspelled on the second repeat – it’s a wordplay referring to Neighbourhood as Earth (meaning home)

Ένα κομμάτι για καιρούς παλιούς και φίλους καλούς / απ’ την καρδιά αφιερωμένο για τους πιο κολλητούς. / Τα φιλαράκια που πιστέψαν σε σκοπούς μουσικούς / κι υποστηρίξαν μια ζωή παρόλους τους παλαβούς… / ρυθμούς, με Rock, Hip-Hop και ξενιτεμούς, / ταξίδια, όνειρα, αφηγήσεις, δάκρυα, Jazz και Blues. / Μα η αγάπη τους ζεσταίνει δρόμους μοναχικούς / κι οι αναμνήσεις ζωντανεύουν τις φωνές που ακούς:

A song about old times and good mates / dedicated from the heart to the best ones. / Friends who believed in music aims / and supported a life despite (its) mad… / rhythms, Rock, Hip-Hop, migrations, / travels, dreams, narrations, tears, Jazz and Blues. / But their love warms up (the) lonely paths / and the memories awaken the voices you hear:

Ρεφρέν/Chorus

Η βάση; Μακρυγιάννη και το λύκειο; Βρυώνη. / Αφεντούλη το δισκάδικο, ο Peavys να χρεώνει. / Καταλήψεις με Nirvana, G N’R, Παύλο, Βασίλη, / Βodycount και Beastie Boys: του θυμού η πρώτη ύλη. / Εξορμήσεις Φρεαττύδα, μεξικάνικα καπέλα, / για φραπέ Πασαλιμάνι, Παπασπύρου, πασαρέλα. / Η παρέα ήταν μοιραία και τα βράδια πάντα ακραία. / Rendez-vous μικρή πλατεία και καιγότανε η Ζέα. / All Sports κανά μπυρόνι πάντα μ’ Ολυμπιακό, / στην Πισίνα χαλαρό ποτό με θέα Σαρωνικό, / μπασκετάκι στο Διογένη όλοι μες τον πανικό, / άντε και κανένα τάβλι, Σκάκι στο δημοτικό. / Ρεμπετάδικα, Πηγάδα, Ανηφόρι, Τουμπακάρη, / στην πλατεία Αλεξάνδρας του Περαία το καμάρι. / Καραϊσκάκη – το στολίδι! – Φάληρο έξω απ’το σταθμό / κι οι φωνές μας με τα γκολ φτάνανε ως τον Ισθμό!

The base? (was) Makrigianni (street) and the high-school? (in the area of) Vrioni. / Afentouli (avenue is where) the record store (was), (Mr.) Peavey kept charging*. / (School) occupations* (listening to) Nirvana, G N’R, Pavlos*, Vassilis*, / Bodycount and Beastie Boys: (they fed our anger). / Escapades (to) Freattida (square), (wearing) Mexican sombreros*, / ice-coffee (in) Pasalimani, Papaspurou (café), (by the) catwalk*. / The gang was fatal and the nights far-out. / Rendezvous (by the) small square and Zea (bay) would be on fire. / Beers (at the) All Sports (café) always (watching) Olympiakos (F.C. playing), / chilled-out drinks by the Pool (bar) with the view of Saronikos (sea), / basketball at Diogenis (bay) all going mad, / sometimes (playing) backgammon, (at) Chess (square) by the public (theatre). / Rembetika* music clubs, (on) Pigada (square), Anifori, Toumbakari (clubs), / Piraeus’ pride at Alexandra square*. / Karaiskaki (stadium) – the jewel! – (in) Faliro, by the (train) station / and our shouts would reach the (Corinth) canal every time (Olympiakos) scored!

* Mr. Peavey refers to the guy who owned a PA company on Afentouli avenue, had a van with the Peavey logo all over it and always used to overcharge us for hiring audio equipment for our high-school gigs.  The school occupations refer to high-school students actually locking ourselves up in the asylum of our school building to complain against governmental policies on education that we disagreed with.  More often than not though they became excuses to take more time off, party inside the building and listen to a lot of rock.  We mostly listened to American bands, but also local legends such as Pavlos (Sidiropoulos) and Vassilis (Papakonstantinou).  The Mexican sombreros refer to this inspiration we – two of my best mates, Lefteris and Costas, and I – once had, which was to walk around Freattida square dressed as Mexicans.  We just wanted to challenge the locals’ beliefs of what was acceptable fashion – our humour was quite surreal.  The “catwalk” was a local, slang reference to the pedestrian street between the numerous cafés of the Pasalimani area.  As the lads sat in the open cafés they enjoyed watching pretty local girls stroll by.  “Rembetika” music is the equivalent of the Greek blues, an outlaw, acoustic form of folk music with colloquial, slang lyrical themes.  This was the only traditional form of music we enjoyed, listening to live bands in the “Anifori” – near Pigada square – and “Toumbakari” venues of Piraeus.  Piraeus’ pride refers to the Olympiakos F.C. headquarters situated on Alexandra square.

Ρεφρέν/Chorus

Να μεθάμε και καλά, μόνο μ’αναψυκτικά / με την Έφη και την Νίκη βράδια καλοκαιρινά. / Να ξυπνάμε “5-Κ” με των σκύλων την αγέλη / και να βλέπω σαν τον Batman στα μπαλκόνια τον Λευτέρη. / Πότε πρόβες, πότε νότες, πότε “ταβανάτες πόρτες” / στην Καστέλλα με βροχή, τα μπακούρια σαν ιππότες. / Με τους Δότες, πλήκτρα, TiVenno, 9ο, Οδός 8, / με το Δον και τον Αντώνη jamming δίπλα στον Σταυρό. / Απ’το Τζάνειο – Δολιανών, με τ’αρμόνιο τσουληθρών / κι η κολλητή από τον τρίτο να φωνάζει “μη τυχόν”. / Μα μας σώζαν οι ατάκες του σοφού μας John Depon. / Τι θα γίνει το μπαράκι σε νησάκι ‘ξωτικό(ν); / Καπαρτίνα, κατηφόρα, Μικρολίμανο, αντίο / με το τρίκυκλο ο Φωλιάς κατευθύνεται για Χίο. / Γύρο-Sanitas κι ο Σίφης μπιέλα στο κρανίο. / Καταφύγιο, κομμάτια, δυο μπουκάλια σκέτο “θείο”.

Pretending to get drunk on soft drinks / summer nights with Effie and Nikki. / Waking up with “5-K” among a pack of (stray) dogs / seeing Lefteris (jump over) balconies like Batman. / Sometimes rehearsals, sometimes notes, sometimes “ceiling-style” door policies / in Castella in the rain, (all) the single lads resembling Knights. / With Dotes, (playing) keys, (in) TiVenno (café), 9th (high-school), 8th Street (club), / with Don and Adonis jamming by the Cross. / From Tzaneio (hospital to) – Dolianon (street), sliding on the keyboard / and my best mate from the 3rd floor shouting “don’t even think about it”. / But we were always saved by John Depon’s one-liners. / What about our little bar on the exotic island? / Raincoat, downhill, Mikrolimano (port), farewell / on a tricycle Nest-man is heading for Chios (island) / Kebab(-in)-Sanitas (cling-film), Sifis going mad. / Katafugio (bar), in-pieces, 2 bottles of pure “sulfur”. *

Ρεφρέν/Chorus

* Ok, this verse needs the most explaining, as it densely refers to some of the funniest stories from our childhood, that only the mates mentioned here would be able to figure out.

Effie and Nikki are two of my best friends, sisters really, and we used to get hyper just sipping Coke on the balcony of their 3rd floor flat in Piraeus during warm summer nights.  I don’t really think it was the caffeine, we just used to enter this nervous laughter mode and blamed it on the Cola.  It was hilarious – we’d laugh for hours.  This was almost 20 years ago.

“5-K” is one of my mate Costas’ nicknames – another one is “Sifis” mentioned towards the end of the verse – and once we got so drunk we fell asleep on a little green hill overseeing Zea bay.  Stray dogs – there’s loads of them on the streets of Greece – take an instant liking to such human behaviour resembling their own, so a large number of them that night accepted us in their pack as we slept.  We woke up surrounded by them.  The spot was ideal as I was only a few minutes away from the speedboat I needed to take to Aegina island that morning.

Lefteris once had to jump over the window panel separating my flat’s balcony from the neighbour’s, as I had fallen so deeply asleep that I couldn’t hear the doorbell and everyone was worried – neighbours and mates.  We were also supposed to go out, so waking me up was imminent.  He used to sport a long raincoat back then, so he really looked like a superhero as he landed on my balcony.  It  might sound funny now, but this was on the 2nd floor, so he was really taking a risk to check up on me.

There was a door-policy in those days where single young lads where not really welcome in clubs, as management tried to keep the male-female population in balance.  One of the bouncers we knew in the area of Castella in Piraeus used to come up with completely unlikely but very entertaining illustrations of his love-life while we waited in the queues.  Once he claimed he had sex with a girl on the ceiling, hence the mention of “ceiling-style” door policies.  It is something Lefteris, Costas and I laugh about to this day.  The “Knights” resemblance refers to how well we dressed to improve our chances of being allowed in, so when we weren’t it was even funnier.  The word ‘knight’ also refers to ‘gentleman’ in Greek.  Imagine half a dozen well-dressed teenagers spending New Year’s eve on the streets, under balconies and in the rain – this actually happened a few times too many.

I was in my first proper band then and we were called “Dotes” which translates to “Givers”.  Two of the members were Don and Adonis, I played keys, they both played guitar and Adonis lived near the “Cross”, a sailor’s monument on the bay of Piraiki.  We used to jam in his flat quite often.  So, memories of rehearsals and jams are carried over in this verse alongside mentions of some of the small venues we played such as: TiVenno (café), 9th (high-school), 8th Street (club).

I used to carry this heavy keyboard when I played gigs and I was really into cowboy boots.  This proved to be a fatal combination as I once slid all the way down the very steep Dolianon street – which commences at Tzaneio hospital and where Effie’s flat was – with my very hurt backside and the keyboard simultaneously reaching the bottom of the road.  This was the crossroad where Dolianon street met Freattidos avenue.  Effie’s one-liner “don’t even think about it” is not something she actually shouted from the 3rd floor that day, but it was her favourite phrase back then, so I could hear her in my head as the keyboard and I were scraping the rough tarmac.  We laughed very much about it when I later described the incident to her – in fact, we still do.  Speaking of one-liners, the king of those was my mate Johnny, who was nicknamed John Depon by Lefteris.

The little bar on the exotic island refers to the plan Lefteris, Costas and I have had for years; to build a little chilled-out cocktail bar somewhere tropical one day, after we’re all content with our careers.  Apart from daydreaming like that, we also indulged in an early form of Jackass antics, one of the funniest ones being when Lefteris – wearing the famous raincoat – found a child’s tricycle in the trash and decided to try his luck riding down one of the steepest roads of Mikrolimano port in Piraeus.  Mikrolimano being a port, meant that Lefteris almost hit the edge of the bay, hence the reference of how he was about to catapult himself to the island of Chios (which is actually closer to Turkey than Piraeus, but it rhymed well and illustrated the sheer speed of his downhill ride).  Nest-man was Lefteris’ nickname as he had quite long hair that got bushier at the back and resembled a nest.  The cling-film joke refers to how Lefteris and I tried to put Costas off his kebab once in my flat, while the nickname “Sifis” stems from Greek slang describing someone with a short-fused temper – one of Costas’ funniest characteristics.  Finally, Katafugio – meaning shelter – was the bar in Mikrolimano where we drunk far too much bad quality Southern Comfort, which we ended up calling sulfur.  “In-pieces” refers to Greek slang for very drunk  🙂

From No Money to Mo’ Money

Posted: January 31, 2010 in Uncategorized

Hello everyone,

I’m Stereo Mike a.k.a. Mike Exarchos and this my new blog.

The title refers to a journal I’ve been keeping for a while now.  It’s a diary of my adventures in the worlds of music, production and the audio industry.

Mo’ Money Recording$ was the first label that released my work as Stereo Mike and the debut album was titled Satirical Nomads.  It was the start of a new branch in the musical journey that’s been my whole life.  Now I’m working on the 2nd album of the trilogy XLI3H-ANELI3H-KATALH3H, a live documentary of the 2009 Summer Tour and the above journal in the form of a book.

The plan here is to keep you up-to-date with what’s happening behind the scenes, include some excerpts from the diary and – in the words of Axl Rose – do some online:

“bullshit and contemplation”

Hope you enjoy the journey…

GR

Γεια και χαρά,

Είμαι ο Stereo Mike a.k.a. Μιχάλης Έξαρχος και αυτό είναι το νέο μου blog.

Ο τίτλος έχει να κάνει με το ημερολόγιο που γράφω παράλληλα – μια συλλογή από τις περιπέτειές μου στη μουσική, την παραγωγή και τη μουσική βιομηχανία.

Η Mo’ Money Recording$ ήταν η πρώτη εταιρεία που κυκλοφόρησε τη δουλειά μου ως Stereo Mike και το πρώτο album ήταν οι Σάτυροι Νομάδες.  Ήταν η αρχή ενός νέου κεφαλαίου στο μουσικό ταξίδι που είναι όλη μου η ζωή.  Τώρα ετοιμάζω το 2ο δίσκο της τριλογίας XLI3H-ANELI3H-KATALH3H (Εξέλιξη-Ανέλιξη-Κατάληξη), ένα live DVD από την καλοκαιρινή τουρνέ του 2009 και το παραπάνω ημερολόγιο υπό μορφή βιβλίου.

Εδώ σκοπεύω να σας κρατώ ενήμερους για το τι συμβαίνει στα παρασκήνια, να μοιραστώ ιστορίες από το ημερολόγιο και να παρέχω – κατά τον Axl Rose – online:

“bullshit and contemplation”

Εύχομαι να ευχαριστηθείτε το ταξίδι…