Posts Tagged ‘songs about girls’

HIP-HOP, POP & URBAN LEGENDS

Ο rapper Common… ηθοποιός. Ο beat-maker Timbaland… μέγας pop παραγωγός. Η Christina κι η Amy [είχαν] κοινό hit-maker τον Mark Ronson, που παρήγαγε τον Rhymefest, που (κέρδισε τον Eminem σε battle και) χάρισε το sample του Jesus Walks στον Kanye… Ο οποίος κέρδισε τον 50 Cent στον υποτιθέμενο πόλεμο μεταξύ gangsta και “σοβαρού” rap, ενώ μπερδεύτηκε στιχουργικά και χάρισε τις καλύτερες του λούπες στον Common… Oops, κάναμε κύκλο! Κι όμως ο Jay-Z “υπογράφει” American Gangster, αφού πρώτα υπογράψει τον εχθρό του, Nas, στη δικιά του – πλέον – δισκογραφική. Κι ο τελευταίος δηλώνει πως το hip-hop πέθανε… Τελικά πού τελειώνει το rap και πού αρχίζει το pop; Τι βγαίνει από τη μίξη; Και ποιο είναι το αποτέλεσμα;

Γυρνώντας απ’ τη γενέτειρα των Beatles, σ’ ένα τραίνο από Liverpool-Λονδίνο, με Will.I.Am, Timbo, Mr.West, Jay-Z και Common στο shuffle, συνειδητοποιώ πως οι παραπάνω αντιφάσεις δεν είναι καν αντιφατικές… Ένα μουσικό είδος γίνεται βασιλιάς και περνάει απ’το “ειδικό” στο “γενικό”. Το πρώτο crossover γίνεται hit και το hit μόδα. Κι η μόδα κορεσμός, μα στην πορεία χαρίζοντας αναπάντεχα διαμάντια… Γιατί αυτοί που κουράζονται ψάχνουν, κι αυτοί που ψάχνουν βρίσκουν. Με παράδειγμα τα “Songs About Girls”, “Shock Value”, “Graduation”, “American Gangster” και “Finding Forever” των παραπάνω καλλιτεχνών, για να δούμε που βρισκόμαστε, ποιοτικά, ποσοτικά, αισθητικά, όπως [φτάναμε] στο τέλος του 2007…

Η παραγωγική ιδιοφυΐα πίσω από τους Black Eyed Peas κι αμέτρητα άλλα pop και hip-hop hits, διαλέγει να κάνει ένα urban pop album και ν’ανοίξει τους ήχους και στίχους του για τ’αγαπημένο του φύλο. Rapping, beats, soul και house σ’ένα ευκολόπεπτο, υπερπαραγμένο, ηχητικά εξαίσιο και στιχουργικά επιφανειακότατο εκ γενετής κι εξ’ορισμού δίσκο. Γεμάτο – κάποτε πρωτοποριακές – ιδέες που είχε πρώτο-εμφιαλώσει σε “κοινωνικό-πολιτικά” υπόγεια Black Eyed Peas δισκάκια, μα το ευρύτερο κοινό τότε δεν αποδέχτηκε ως κάτι το ιδιαίτερο. Και τώρα ο κύριος με την ερώτηση και την κατάφαση στο ίδιο του το παρατσούκλι, “απαντάει” με επανεμφιάλωση παλιών – μα απλοποιημένων – ιδεών για ένα κοινό που είναι έτοιμο να τον υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες αγνοίας. Κι έτσι παίρνει την εκδίκηση του ετερόχρονα. Περίεργο πως μια απ’ τις τελευταίες του παραγωγικές επιτυχίες ήταν το “Hip Hop Is Dead”…

Και γιατί νιώθω πως ο πρωτοπόρος των beats, κύριος Timbaland, παίρνει την ίδια εκδίκηση με το “Shock Value”, τη Nelly και τον Justin; Ίσως γιατί άκουσα όλα αυτά που το pop κοινό τώρα θεωρεί καινοτομικά στο “Deliverance” του 2003. Ίσως το τότε hip-hop να μην χώραγε άλλον ένα λευκό country rapper (τον Bubba Sparxxx). Ίσως τώρα ο Timbo να βρίσκει την αναγνώρισή του για παλιές καινοτομίες. Πακεταρισμένες κι απλοποιημένες για ένα κοινό που κάποτε ήταν πολύ μακριά για ν’ακούσει. Και πού το πρόβλημα με την ετεροχρονισμένη παραγωγική δραστηριότητα; Στο γεγονός ότι η απλοποίηση κι η στασιμότητα ναρκώνουν την αισθητική του ακροατή. Γιατί να διαρκεί το Shock Value 70 ολόκληρα λεπτά και 19 ολόκληρα κομμάτια; Ποιότητα ή ποσότητα; Ή και τα δυο; Γιατί περιέχει κι απ’ τα δύο… Όμως αν “ένα έργο τέχνης είναι τόσο δυνατό όσο το πιο αδύναμο του σκέλος”, τότε γιατί να μη συμπτύξει το δίσκο του σ’ένα αξιόλογο 50-λεπτο και μόνο;

Άραγε το 60-λεπτο του West ήταν τόσο δυνατό όσο η δημοσιότητα που απέκτησε έναντι του Fifty; Ή μήπως ένα απλά καλό album μέσα στη μάζα της gangsta μετριότητας; Η αλήθεια είναι πως, μουσικά, πήρε ρίσκα τη στιγμή που το υπόλοιπο στυλ έψαχνε γι’ άλλη μια σκληρή και στερεότυπη ρίμα. Έφερε ορχήστρα, sampler και DJ μαζί, τη στιγμή που οι μουσικοί του Eminem & Dre πίσω απ’ τη σκηνή ξανάπαιζαν το ριφάκι του “In Da Club” σ’ άλλο κλειδί και tempo για τον κύριο Curtis. Και μπερδεύτηκε μες στην αντίφαση πλούτου κι σάτιρας – δημιουργώντας παρόλα αυτά αφορμές για σκέψη – ενώ ο Game αναβίωνε τις εφηβικές του φαντασιώσεις ως πρωτοπαλίκαρο του Dre.

Κι ενώ η μουσική είχε ανάγκη από beat, μήπως το σύγχρονο urban pop κατάντησε beat χωρίς μουσική; Ευτυχώς δίσκοι όπως ο νυν του πρώην Common Sense αποδεικνύουν πως και τα δύο είναι δυνατά. Με την επιμέλεια του West, hits του Will.I.Am και τη στιχουργική συστηματικότητα του Common, το “Finding Forever” λακωνικό και στο ζουμί, παρέχει τα δυσεύρετα urban διαμάντια που δίνουν ελπίδα. Χωρίς να φοβηθεί το καλό pop. Κι έτσι έχουμε την Αγγλίδα Lily Allen να στέκει αγέρωχα δίπλα στο γιγαντιαίο φάντασμα της Nina Simone, κι ο Mr.West να βαράει με λούπες κι ορχήστρες στο πλευρό τους. Μ’έναν Common ν’αντλεί στιχουργική έμπνευση από κάθε πτυχή της common-sense πραγματικότητας, χωρίς να πρέπει να συντηρήσει το εγώ του με b(l)i(n)g υπερβολές. Γύρω του στο μουσικό στερέωμα λίγοι σύμμαχοι με κοινή θεματολογία, όπως οι Talib Kweli και Lupe Fiasco, με τον τελευταίο να συμπληρώνει τη λίστα των εξαιρέσεων – τυχαία απ’το Chicago – που ανακάλυψε ή στήριξε ο μεγάλος CEO του hip-hop… Mr. Jay-Z. Ο αυτονομαζόμενος αμερικάνος gangster, φρέσκος και στεγνός κάτω από την urban Umbrella.

Άραγε δίνει την περίληψη στην αστική αυτή ομπρέλα ο λυρικός του γκανγκστερισμός; Ή αποδεικνύει πως το εμπορικό και στιχουργικό ταλέντο είναι λιγοστά συσχετισμένα μεταξύ τους; Κι έτσι υπογράφει λυρικές προσωπικότητες απ’το Chicago για να σώσει το είδος, μα παραμένοντας ολόκληρο “business, man” κι όχι απλά “businessman”, όπως παραδέχεται ο ίδιος παλιότερα στο remix του “Diamonds From Sierra Leone” (του Kanye). Για τον ίδιο λόγο παίρνει τον αιώνιο εχθρό και ποιητή Nas στο πλευρό του. Και θα αποδειχτεί ο τελευταίος προφήτης ή πικραμένος απ’ την ήττα της τραγική ειρωνείας, ενώ οι Will.I.Ams και Timbos αυτού του κόσμου θα συνεχίσουν να “εξελίσσουν” το Pop-Hop;

(από άρθρο για το mad.tv)